πολλαπλασιαστικός

формы словаβ
πολλαπλασιαστικός
умножающий;
          ~ά αριθμητικά — числительные мультипликативные



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово умножающий? — πολλαπλασιαστικός
как с (ново)греческого переводится слово πολλαπλασιαστικός? — умножающий


επιθυμίακομπάζωακατάγραφοςχρονιάζωδεκαπενταπλάσιοςχτύποςτσελιγγόπούλαγρηίστικοςπαραδομένοςξέρωαπότριψηεκατονταρχίαεκτημόριονοντάςστενόστομοςκαταπληξίαδιαλλακτικόςΆραβαςπλησιφαήςψεύταροςστόκος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit