διαστρεβλωτικός

формы словаβ
διαστρεβλωτικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово διαστρεβλωτικός? —


κακόφωνοςανάλαφροςκοινωνιόλεκτοςσφικτόςρήονξούραςμερικόςβουητόκηδεύωλήκυθοςατμόιπποςπολυεθνήςγαλατόπιττααγγελολογίαδεκαεννιάχινοπωριάτικοςκρεατόβεργασακατιλίκιδευτερίζωκρεμιούμαιαναγκαστικά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit