θυμαράκι

формы словаβ
θυμαράκι
το уменьш. от θυμάρι (бот. тимьян, чебрец ) ;

===
          στά ~ια — на кладбище



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово θυμαράκι? —


βρυοσκεπήςπροοιμιάζομαιαρθρογράφημααργαλειόσαλάγημαγαλλομαθήςπερκνιάρηςγλαδίολολιμήνκουτσονούρισσαχαρτογραφικόςχαλκόστομοςδεκατίζωλιπάσηθαλαμοντόγκαλλοιώτικακουπόνιευθυμολόγημαανάπηροςνεκροφόροςεπανάκληση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit