αναγορευτικός

формы словаβ
αναγορευτικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αναγορευτικός? —


μονάχαμεταπράτηςγουβιάζωκαταρράκτηςτώραχρήσιμοςτριετήςρουθήνιοσφυρηλατώλυράρηςσυγκιρνωσκουλήκιαποκοιμούμαιλιθοκοπίασύσπαστονγλυκοξέφωτατερπνόςνευράακάκιωτοςατάρακτοςαργυρός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit