έλιπον

формы словаβ
έλιπον
αόρ. от λείπω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово έλιπον? —


υφαλμυρίζωμαλακανδρέαςδημοτολόγιοπαντρολογάωόχι δάυστεριάζωσπιρτόζοςσωματειακόςγεωδαιτικόςαπρονοησίαποικιλόχροιαβιβλιολόγοςανοστούτσικοςανόλπιστοςκατώτεραμαγκόπαιδοτρελλάραςεπανθώάρθρωσηαντινευρωτικόςσομβλητός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit