μιά

формы словаβ
μιά
II έπίρρ. :
          ~ πού или ~ καί — раз, если;
          ~ πού τό θέλεις — [phrase]раз ты этого хочешь[/phrase];
          ~ καί πάς εκεί... — [phrase]раз ты туда идёшь...[/phrase];
          ~ πού ήρθες... — [phrase]раз ты пришёл...[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μιά? —


αμβλυγώνιοςυδροξύλιοπαραμαζεύωλιθοκοπίαεσωρράχιονξεφορτωτήςπεριφοράσφάλμααητόςαντικατασταίνωεκτραχύνομαιμαντζουράνακαφενεδάκιπροίκισηκηπευτικότρόλλεϋαναδύομαιαγριοκυδωνιάαπλάνητοςτσαμπουνώεπισείων




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit