κρανιομετρικός

формы словаβ
κρανιομετρικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово κρανιομετρικός? —


υφυπουργόςμπούκοτάζγεωπονίαακακίαγινατώνωνοιώσιμοεμπεριεχόμενοναμφοτέρωθενμεστόςνομάτισμαευστροφίααλογοπάζαροέμεσμασαρανταήμεροκοπαδιαστάεκπωματιστήραςμονοκόκκαλοςέπαρχοςκουρελούορφανεμένοςαντικαλαισθητικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit