προκαρυωτικό

формы словаβ
προκαρυωτικό



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово προκαρυωτικό? —


ερτζιανάαντιδικώυπομάζιονεπικρατέστεροςγνωσιμαχώνταμλάςχώνευμασυμπεθερικόςανυπέρβλητοςελλοβοσπέρματοςισιάδαυπερθρασύνομαιβαγονέττοαφαίρεσηεπούρισμαδιάσκελοαλανιάζωβιογραφίααποψιλωτικόςσκεπαστάξώφαλσα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit