ουροποιητικός

формы словаβ
ουροποιητικός
образующий мочу



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово образующий мочу? — ουροποιητικός
как с (ново)греческого переводится слово ουροποιητικός? — образующий мочу


εκατονταρχίαδωδεκάριαφαφλαταρίααυτοκολακείασουμμάρισμαπροκύπτωαραθυμώνωεξανέστηνοστεάλευροαποθετάριδειλινόςμπριλλαντίνηγροθοκοπώκλαδώνωπεριυβρίζωξεψαρωμένοςσιγομίλητοςδεκαεπταπλάσιοςαχαΐρευτοςατιμάζωκολαούζος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit