ανασώζω

формы словаβ
ανασώζω
спасать



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово спасать? — ανασώζω
как с (ново)греческого переводится слово ανασώζω? — спасать


επικείμενοςαπείθαρχοςαμόχθητοςεξαντλώσωματοφύλακαςακροστιχίδακαθαρογράφωσυμπάθείαγλωσσάδικοεπταμηνίτηςσκάμναξεπλανεμένοςελεφαντόδουςεγκόλπιοξαγόρεμαανεύρυνσηδιασταλτόςφαλιρισμένοςηλεκτροκαρδιογράφημαπαλιόκαιροςεπίσχεση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit