ακλείδωτ|ος

формы словаβ
ακλείδωτ|ος
незапертый (на ключ);

===
          στόμα ~ο — язык без костей



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово незапертый? — ακλείδωτος
как с (ново)греческого переводится слово ακλείδωτος? — незапертый


χρόσακτιςηκροασάμηνεςαγκιστρώνωτετραπύρηνοςατμονομέαςαυγωτόςαφυδάτωσηπειραματισμόςαδίδακτοςαντίστεκοςαπομονωτήριοζητιανάκιβρυκολάκιασματράνζιτοκαπετάνλυντσάρωλαμνοκοπώξεντροπιάζωσαράντισμαψευτοκουλτουριάρηςνιχιλιστικός





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit