ορφανικός

формы словаβ
ορφανικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ορφανικός? —


κυλότταανθολόγοςκράξιμοκάθημαιεθελοκωφεύωσυμπαθητικάχορτοφαγικόςξεκληρίζωαποκοιμιστικόςαγροτεχνικήαλεπούγρούδαγαλατερόςκατσικάκιβαθιογάλαζοςφιλόσοφοςεναντιοφρονώαρχιεροσύνηηλεκτροκινητήραςεφτανησιακόςτεσσερισήμισι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit