τρελέγκω

формы словаβ
τρελέγκω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово τρελέγκω? —


αποικώακένωτοςψηγματολόγοςξασχημίζωκορνιζοπώληςΛονδίνοφτωχοποιούμαικρινολίνοτυραννάωξέθαμόςαπολυτήριοαδάνειστοςλιβανίζωισάριθμοςλιθοκόλλητοςαρυμοτόμητοςαπορροφητήραςπαρασκευάζομαιεπορειχάλκωσημικρομύτηςγέφυρα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit