παρηγορήτρια

формы словаβ
παρηγορήτρια
η утешительница



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово утешительница? — παρηγορήτρια
как с (ново)греческого переводится слово παρηγορήτρια? — утешительница


κλεφτοκοττάςασφόγγιστοςκρητικιάδυσκολοκίνητοςαλίευμααδείλιαστοςσποροδιαλογέαςρητινόλασπηχαρούπιδωδεκάμισυανεπιβούλευτοςμωρουδιακόςποσόοικειοθελώςλινόπανοχεροπόδαραεξισώνωανάφτεροςμαρτύριοξεπιάνωτσάρεβιτς




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit