υποζευγνύω

формы словаβ
υποζευγνύω
(αόρ. υπέζευξα, υπεζεύχθην) впрягать



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово впрягать? — υποζευγνύω
как с (ново)греческого переводится слово υποζευγνύω? — впрягать


αξίζωσουβλίφυγάδευσηξετύλιγμαδοντούομοιόθερμοςσυναυξάνωεγκλιματιστικόςστρεψόδικοςενθρονιάζομαιαπολογιστικόςκρουπιέρηςέκθαμβοςσαραφλίκιβούρλααναδίδωάνασωσηδυναμωτικόκαβάδιπατριώτιςφορολογούμενος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit