προσδιοριστικός

формы словаβ
προσδιοριστικός
определяющий, устанавливающий



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово определяющий? — προσδιοριστικός
как на (ново)греческом будет слово устанавливающий? — προσδιοριστικός
как с (ново)греческого переводится слово προσδιοριστικός? — определяющий, устанавливающий


θανατηφόραγαστροεντεροστομίασπεύδωαμοιβαδόζωαακελάϊδητοςάλυποςβάρκααπαγκίστρωσηχωρισμένοςεβδομαδιαίοςκαταψυχτικόςασυνθηκολόγητοςσεπτεμβριάτικοςκρητικιόςαναπλειστηριασμόςξεσαβουρώνωστέγναλινόζήσιμοςωμοπλατιαίοςχαριτολόγημα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit