μνησίκακα

формы словаβ
μνησίκακα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μνησίκακα? —


άφωναεχέμυθοςτεκνοποιητικόςσκιάσμόςυποδιάπλασηναυτομεσίτηςτράτοαβανιάρηςασφαλώςανεμφάνιστοςσοκακιάρηςσυνεορτάζομαιαναδακρώνωχαλκοχυτικήεληάόχθηχυτήραςρεζίλεμαανθρακεργάτηςζυγισμένοςαναδιοργανωτικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit