ποιμεναρχία

формы словаβ
ποιμεναρχία
η епископство



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово епископство? — ποιμεναρχία
как с (ново)греческого переводится слово ποιμεναρχία? — епископство


αερομαχώανεκποίητοςαπόδειξηαντιμεταρρυθμιστικόςαγωγνάτικαβερεσέςαποσφουγγίζωασύλητοςκενώνωσάπωνψιλωτικόςπετούμενοςαρράντιστοςανέτοιμοςκλάτςμετωνυμικόςκρουστάλλιναικουκκούτσισκηνοθέτιςχρηματολογία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit