αντεπισκέπτομαι

формы словаβ
αντεπισκέπτομαι
(αόρ. αντεπισκέφθηκα) наносить ответный визит



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово наносить ответный визит? — αντεπισκέπτομαι
как с (ново)греческого переводится слово αντεπισκέπτομαι? — наносить ответный визит


πρόγευμααχυρόλασπηκανακάρηςμακρομάλληςινδιάνααύριοκαυστικότηταπαγκοσμιότητααφλοιόςεπανείπονανακαλύπτωσυνεπτυγμένοςπαροιμιακόςτρίςγλωσσολογίαστενάζωαναισθησίασωστόςαλαφρόσκιωτοςασφυκτικώςανεμογγάστρωτη




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit