βρήκα

формы словаβ
βρήκα
αόρ. от βρίσκω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово βρήκα? —


λιπαντέλαιοσφηνάκιπροπάτοραςπλησιόχωροςιουδαϊκόςβιοπαλαίωσυνοδόςισλαμισμόςπροσκεφαλαιοθήκηπεριθωράκιοδέωκαθεκλοποιόςξεχώνωκαρβοξύλιοεγκατάστασηάξοναςχούεμφορούμαιαλεξανδρινόςσκορπισμόςγυναικόπαιδα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit