πολυφορτώνομαι

формы словаβ
πολυφορτώνομαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово πολυφορτώνομαι? —


καρποφορώώριμοςβασιλικάκαμαρώνωπολφικόςαδίκημααναβαπτίζομαικεντρώοςαρκτόδερμααναντάλλακτοςδιασκόπησιςεξομαλύνωκήδομαιεξάρτισηκοινωφελώςαπόφασηκαπότοηδονοβλεψίααποσβολώνωστολίζωφαλκίδευση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit