Новогреческий словарь
ψυχαναγκαστικός
ψυχαναγκαστικός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ψυχαναγκαστικός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
μισθοδότης
—
κακοπερνώ
—
διασάλευση
—
στυπτικότητα
—
ηγγέλθην
—
στενογραφία
—
σπλαχνίζομαι
—
τετραπληγία
—
Θάνατος
—
στεντορείως
—
κολλέγιο
—
γιγάντινος
—
λασπουριά
—
αποδιώκω
—
αθλοπαιδιά
—
βεργινάδα
—
πυροδότηση
—
διαβιβαστικός
—
δανείστρια
—
κασίδα
—
ερωτηματολογικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,