Новогреческий словарь
φρύγω
φρύγω
(αόρ. έφρυξα, ηαθ. αόρ. εφρύγην)
жарить, поджаривать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
жарить
? —
φρύγω
как на
(ново)греческом
будет слово
поджаривать
? —
φρύγω
как с
(ново)греческого
переводится слово
φρύγω
? — жарить, поджаривать
#
(ново)греческий словарь
—
τριχρωματισμός
—
σοκολατένια
—
ταχύπλοος
—
λαξευτός
—
ακατανίκητος
—
αθερμικός
—
αυλακώδης
—
ειδησεογραφικός
—
τριοξείδιο
—
αγουρούτσικος
—
συκιά
—
ναυλομεσιτικός
—
αράφι
—
εκβιομηχανίζω
—
προβολή
—
οινοπνευματομέτρησις
—
μινουέττο
—
στεάτωμα
—
τραγοπόδαρος
—
ξεφρενιασμένος
—
μουλαρόδρομος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,