Новогреческий словарь
πενυματισμός
πενυματισμός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
πενυματισμός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
τριαδικός
—
σαλμί
—
στεγανός
—
πρωτοτυπικός
—
παράσιτος
—
γνωσιολογικός
—
γλοιφός
—
κοπαδιαστά
—
ανάκρουση
—
αρχιληστής
—
αυτοαπτίζομαι
—
πεθαμός
—
συμπήκτωση
—
ώσμωση
—
σκανδαλώδης
—
ποτίζομαι
—
εκλαύσθην
—
ξυλόγλυπτης
—
νυφούλα
—
υβριστικός
—
αυτοκατηγορία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,