Новогреческий словарь
βοηθούμαι
βοηθούμαι
помогать самому себе
;
~ούμαστε συναμεταξύ μας — [phrase]мы помогаем друг другу[/phrase]
;
===
~ήσου, λέει ο θεός, νά σέ ~ήσω — посл. [phrase]на бога надейся, да сам не плошай[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
помогать самому себе
? —
βοηθούμαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
βοηθούμαι
? — помогать самому себе
#
(ново)греческий словарь
—
μελισσώνας
—
σφαγιαστής
—
βαπορέτο
—
άοπλος
—
καμαρότος
—
νίψιση
—
γαλλοπούλα
—
κηφηναριό
—
πιρούνα
—
εγωιστικά
—
ξύπνος
—
τρομοκρατικός
—
φαλαγγηδόν
—
εξαερωτήρας
—
νοτισμός
—
τραπεζιτικός
—
παραστέκω
—
καταγάλανος
—
αθόρυβα
—
κοπρισμός
—
τοκετός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,