Новогреческий словарь
φτεροπετάω
φτεροπετάω
летать с помощью крыльев
(о птицах)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
летать с помощью крыльев
? —
φτεροπετάω
как с
(ново)греческого
переводится слово
φτεροπετάω
? — летать с помощью крыльев
#
(ново)греческий словарь
—
εμμονοκρατία
—
αιματάλευρο
—
δάκτυλο
—
φυλλοταξία
—
πταρμικός
—
ακράδαντα
—
κυρτώνω
—
τεταρτάκι
—
αριστοτέχνημα
—
ξυλόδεμα
—
νυσταγμός
—
αμφιλύκη
—
εξολόθρευση
—
συγκεντρώνομαι
—
πυξάρι
—
ανεμολογία
—
κουκουλλόσπορος
—
ωτίτιδα
—
ηλεκτροθεραπεία
—
γούνη
—
δεκαπενθημερία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,