Новогреческий словарь
αναπάψιμο
αναπάψιμο
ο 1)
просвира
(на поминках);
2) мн.ч.
кутья
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
просвира
? —
αναπάψιμο
как на
(ново)греческом
будет слово
кутья
? —
αναπάψιμο
как с
(ново)греческого
переводится слово
αναπάψιμο
? — просвира, кутья
#
(ново)греческий словарь
—
ξουθιά
—
αναχασμώμαι
—
επιθάνατος
—
έγυρα
—
αμείλιχτος
—
τραχύτητα
—
αγελαδίσιος
—
περιχαρής
—
προκήρυξη
—
χρωματικός
—
εικοσαριά
—
βεντούζα
—
συσσιτιάρχης
—
πολιτικά
—
εξίσου
—
κοπαδιάρικος
—
αταλάντευτος
—
αποτρώγω
—
άρμη
—
ψωράλογο
—
λεμφαδενίτιδα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,