Новогреческий словарь
γκρεμνοβόλημα
γκρεμνοβόλημα
το
грохот обвала, разрушения
[x:trans]грохот обвала,грохот разрушения[/x:trans]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
грохот обвала
? —
γκρεμνοβόλημα
как на
(ново)греческом
будет слово
грохот разрушения
? —
γκρεμνοβόλημα
как с
(ново)греческого
переводится слово
γκρεμνοβόλημα
? — грохот обвала, грохот разрушения
#
(ново)греческий словарь
—
απτέσι
—
λεμονάκι
—
αρχαιολάτρισσα
—
ώ
—
τουαλέττα
—
ζουπώ
—
λίμασμα
—
μπαμπέσικος
—
σαμάρι
—
νοθογένεια
—
υδρομέτρηση
—
σκηνογραφώ
—
ανεμπόδιστος
—
δίχειρος
—
πενήντα
—
λησμονιά
—
πανελλαδικός
—
εξαμμάτιση
—
δισέγγονον
—
λυσσάρης
—
τραπεζιτικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,