Новогреческий словарь
αχηβάδα
αχηβάδα
η 1)
устрица
;
2)
ниша
(в стене дома)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
устрица
? —
αχηβάδα
как на
(ново)греческом
будет слово
ниша
? —
αχηβάδα
как с
(ново)греческого
переводится слово
αχηβάδα
? — устрица, ниша
#
(ново)греческий словарь
—
εξώλαμπρα
—
αναπάπουλος
—
ξεδοντιάζω
—
βραδιαζομαι
—
διαλογισμός
—
πουδροθήκη
—
αιμορροϊκός
—
λευκοσίδηρος
—
μπακαλόγατος
—
ψυχρίτσα
—
αλεπουδένιος
—
εξαήμερον
—
καταδύτρια
—
αποπλέκω
—
κομίστρια
—
τύλιγμα
—
ζυθοποιός
—
εξάρμοση
—
δεκαπεντασύλλαβος
—
πρόσραμμα
—
χωροφύλακας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,