Новогреческий словарь
μεσημέριασμα
μεσημέριασμα
το 1)
наступление полдня
;
2)
полуденный отдых
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
наступление полдня
? —
μεσημέριασμα
как на
(ново)греческом
будет слово
полуденный отдых
? —
μεσημέριασμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
μεσημέριασμα
? — наступление полдня, полуденный отдых
#
(ново)греческий словарь
—
σημειωτικός
—
διασχίσιμος
—
ερημωτικός
—
κανταρτζής
—
λειψοφέγγαρο
—
δεξής
—
βλαπτικά
—
ιατρικό
—
αλουλούδιαστος
—
πεύκη
—
αρκευθίδα
—
βαριάντα
—
σοϊλίτισσα
—
μωλώνω
—
μερμήγκι
—
καπνίλα
—
κακόφερτος
—
κεραμοποιία
—
καταπίστευση
—
κρυφοκοιτάζω
—
μολυβδασφάλεια
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,