Новогреческий словарь
διατιμητής
διατιμητ|ής
ο
оценщик; тарификатор
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
оценщик
? —
διατιμητής
как на
(ново)греческом
будет слово
тарификатор
? —
διατιμητής
как с
(ново)греческого
переводится слово
διατιμητής
? — оценщик, тарификатор
#
(ново)греческий словарь
—
κοπέλλι
—
αποκτηνώνω
—
μανούρι
—
προγυμνάστρια
—
ωραιοποίηση
—
διώκομαι
—
καταδνώκω
—
ηλιαχτίδα
—
χαγανάτο
—
νυχτόβιος
—
λιγόζωος
—
ομοιόχρωμος
—
αβούλητος
—
φρεατωρύχος
—
ψεύστρια
—
όα
—
δεξιήνεμος
—
υπερσυνταγογράφηση
—
αποχινοπώρου
—
γογγύλι
—
αποδόμηση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,