Новогреческий словарь
υδροδότηση
υδροδότηση
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
υδροδότηση
? —
#
(ново)греческий словарь
—
πελεκητής
—
καινοτομώ
—
τριμμένος
—
συσπαστικός
—
διαβάθρα
—
ειδικεύομαι
—
οικολόγοι
—
αποκαρδίζω
—
ατάραχτος
—
ελληνολάτρις
—
τεϊοπότης
—
κωνοειδής
—
μεσοούρανα
—
ακαμάτεμα
—
καταλυπώ
—
τσογλαναράς
—
καλαθοσφαιρίστρια
—
ρεμβώδης
—
αλλότριο
—
παιδοψυχιατρική
—
χρωμάτωση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,