Новогреческий словарь
θηλύκωμα
θηλύκωμα
το
застегивание
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
застегивание
? —
θηλύκωμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
θηλύκωμα
? — застегивание
#
(ново)греческий словарь
—
ριζωματικός
—
συμπαθώ
—
επέταξα
—
εύγευστος
—
πλάγιασμα
—
οψιμάθεια
—
μαραγγιασμένος
—
υπαμοιβή
—
δίγαμος
—
βληματοθήκη
—
ερωδιός
—
ενοικιαστήριος
—
αρκουδίσιος
—
κουμπουριά
—
νεόπηκτος
—
λυγιά
—
βαρελοποιός
—
πικρομύγδαλο
—
καρκινογένεση
—
λιμάρης
—
καφετύς
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,