ευκολομάθητ|ος

формы словаβ
ευκολομάθητ|ος
легко усваиваемый, нетрудный



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово легко усваиваемый? — ευκολομάθητος
как на (ново)греческом будет слово нетрудный? — ευκολομάθητος
как с (ново)греческого переводится слово ευκολομάθητος? — легко усваиваемый, нетрудный


έκταχτοςεξαγοράσιμοςπεριτόναιοαπόλουσμαέκλαυσασλιπάκιομοιοκαταληξίαξεροκόμματοελεφαντοστούνπυροδότηςεκτελεστήριοςαπλανητικόςφωτοσβέστηςκωλογαμημένοςπεδίολεβητοποίειοφερετροποιείουγροποιούμαιεπόμενοκλωστοϋφαντουργικόςνοικοκυρά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit