κατασκηνωτής

формы словаβ
κατασκηνωτής
Турист, отдыхающий


#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово κατασκηνωτής? —


μαραγκόςπαμψυχισμόςκομπαστήςήρθηνσυμμαζεύομαιβοϊδοτόμαροσακάκισυναθλητήςπολιτικόςπαρακάνωδημαγωγικόςεθιμοταξίαημιστήριξηηλειακόςπανόραμαωραιοποιούμαιοκτωβριάτικοςτσάτισμααράβολοςεξωτερίκευσηκελευστής




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit