Новогреческий словарь
κατασκηνωτής
κατασκηνωτής
Турист, отдыхающий
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
κατασκηνωτής
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αγιάτρευτος
—
χριστιανισμός
—
πρωϊμότητα
—
καμαρωτά
—
νεωτεριστικός
—
ετερόστροφος
—
ευγενής
—
σολέα
—
βερμπαλιστικός
—
αρπακτικός
—
παραφωτίς
—
τσινιάρης
—
αντεισηγητής
—
κεφαλαίο
—
ροκανίζω
—
κλαυθμών
—
φαλτσαστέκκα
—
πραξικοπημοτικός
—
μαλακωσιά
—
αντιδρώ
—
τραΐ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,