Новогреческий словарь
εξαρτησιογόνος
εξαρτησιογόνος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
εξαρτησιογόνος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ανευλαβώς
—
κρηνίδωμα
—
αργοσάλευτος
—
αναπήνιση
—
ἀναλωθείς
—
στοιχειοθετώ
—
σοκολάτα
—
λεπτούτσικος
—
συνεζευγμένος
—
ξεζεύγω
—
εξήρθην
—
μαγκιπειό
—
θηριομαχία
—
οκταπλούς
—
οστεώδης
—
καφενείο
—
μυσταγωγία
—
κερόπανο
—
έκφυλος
—
αμοιβαδόζωα
—
ανεμοστοιβή
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,