Новогреческий словарь
εποστρακίζω
εποστρακίζω
пускать рикошетом
;
βλήμα ~σθέν — рикошетный снаряд
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пускать рикошетом
? —
εποστρακίζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
εποστρακίζω
? — пускать рикошетом
#
(ново)греческий словарь
—
ανεξόρυκτος
—
πόδας
—
διασπαράσσω
—
νεκροφιλικός
—
σκαρούσα
—
εγγάστρωμα
—
σακιδιοθήκη
—
ετράπην
—
αποσταθεροποιητικά
—
ακαταδίκαστος
—
κρινοδάχτυλος
—
οπισθόγραφος
—
μετανοιωμός
—
επίδομα
—
σοβιετισμός
—
ημιαποικιακός
—
ακριβοταγίζω
—
χώνη
—
μετασχηματιστής
—
κατεργασμένος
—
εισχέομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,