Новогреческий словарь
πλύστρα
πλύστρα
η 1)
прачка
;
2)
стиральная доска
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
прачка
? —
πλύστρα
как на
(ново)греческом
будет слово
стиральная доска
? —
πλύστρα
как с
(ново)греческого
переводится слово
πλύστρα
? — прачка, стиральная доска
#
(ново)греческий словарь
—
ανασυζήτηση
—
αγλύτωτος
—
ψίχουλο
—
εισφέρω
—
Φώτης
—
αψύλλιστος
—
διαφέντεψη
—
ξεπουλώ
—
βερέμης
—
δασοκόμος
—
σαβούρρα
—
διπύρηνος
—
κινησιογραφία
—
στουμπώνω
—
ψιακί
—
τιλιά
—
πομφολυγώδης
—
φανερωτικός
—
δεσποτικώς
—
υλικοτεχνικός
—
ξεδοντιάρης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,