ασκούμενος

формы словаβ
ασκούμενος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ασκούμενος? —


λείριονκατεπείγωμεγαλωμένοςεξτρεμιστήςβασιλίκιπροφυλαγμένοςυστερότοκοςαλύπητοςσχεδιαστήςμεζάτικαραγκιοζλίκιευκολόπορτοςδοντιάζωτσιτσύρισμαοψιμαθήςευπόρθητοςαδιάσχιστοςηλοπάτημακωλοσούρτηςονοματοπαίγνιονπείσος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit