οικίδιο

формы словаβ
οικίδιο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово οικίδιο? —


αμάγγωτοςκανακάρικοεκδιδόμενοςπιλατεύωμουσικομανήςξιφούλκησηεθνικοσοσιαλίστριακομψευτήςσελήνιοκλειδαμπαρωμένοςζωντόβολομερικόςκλεψιάπεριοδεύωμάργηπροστάτηςσελιδοποιώναύλοπριονοκορδέλαμαγνησίανέφιο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit