Новогреческий словарь
εγχυτήρας
εγχυτήρας
(-ήρος) ο тех. 1)
инжектор
;
2)
форсунка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
инжектор
? —
εγχυτήρας
как на
(ново)греческом
будет слово
форсунка
? —
εγχυτήρας
как с
(ново)греческого
переводится слово
εγχυτήρας
? — инжектор, форсунка
#
(ново)греческий словарь
—
γλαύξ
—
πετρογένεση
—
αλλοιωτός
—
αγέλη
—
νεολαίος
—
ξοδιασμός
—
καπαρωμένος
—
ετεροπολικός
—
ακυριολεκτώ
—
παξιμαδιάζω
—
κεραυνόβλητος
—
υπομηχανικός
—
ξεφτώ
—
πάραυτα
—
οχύρωση
—
σαρκοφαγία
—
προκηρήσσω
—
αποκαΐδι
—
τζαβέττα
—
παλιοκοινωνία
—
προσέχω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,