Новогреческий словарь
ουσιαστικοποίηση
ουσιαστικοποίηση
η грам.
субстантивация
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
субстантивация
? —
ουσιαστικοποίηση
как с
(ново)греческого
переводится слово
ουσιαστικοποίηση
? — субстантивация
#
(ново)греческий словарь
—
παραπλανητικός
—
πυγμαχώ
—
δυσαρέστηση
—
αψομίλημα
—
μπαμπαδάκι
—
νονά
—
αρνησίπατριδα
—
κατακρίνω
—
μαγυαρικός
—
πιστοποιητικό
—
βλάσφημος
—
μικροαμπέρ
—
χώση
—
σοβάντισμα
—
ενυφαίνω
—
επαναληπτικός
—
ψιττακίζω
—
αναλωτικός
—
ασύνειδα
—
φυσιγγοδόχη
—
ασαρκίο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,