Новогреческий словарь
τρωκτικός
τρωκτικός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
τρωκτικός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
οξυρεγμία
—
βρώμικος
—
χρωμολιθογραφία
—
απόκεντρος
—
τουπέ
—
σαγματοπωλείο
—
Ψωροκώσταινα
—
βουργιάλι
—
σκελετώδης
—
πατάρι
—
συναισθηματισμός
—
χοντρενω
—
απευκταίον
—
επταμηνιαίος
—
διχασμός
—
ξύστρο
—
θρησκοπάθεια
—
βαθουλωμένος
—
σεβαστός
—
γραμματοσημόφιλος
—
αμούδιαστα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,