Новогреческий словарь
έγγειος
έγγει|ος
земельный, поземельный
;
~ φόρος — земельный налог
;
~ πρόσοδος — земельная рента
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
земельный
? —
έγγειος
как на
(ново)греческом
будет слово
поземельный
? —
έγγειος
как с
(ново)греческого
переводится слово
έγγειος
? — земельный, поземельный
#
(ново)греческий словарь
—
γλωσσοδέρνω
—
αλήτης
—
αιτιοκρατία
—
οικολόγοι
—
εβραϊκός
—
ενσχοίνισις
—
αερογραφία
—
συγκοιμώμαι
—
παιδικάτα
—
σταλίκωμα
—
μόχλευση
—
γλυκοκοίταγμα
—
πρωθιέρεια
—
αδικοπραξία
—
αναπόδιση
—
κατάπλωρος
—
καψιά
—
μεγαλοϊδεάτικος
—
μάγιστρος
—
φιλοκττιμοσύνη
—
γαμημένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,