Новогреческий словарь
αμόντε
αμόντε
:
πάμε ~ — карт. смешивать карты, объявлять игру недействительной
;
πήγε ~ — он разорён
;
η δουλειά πήγε ~ — работа пошла насмарку
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αμόντε
? —
#
(ново)греческий словарь
—
θεομπαίχτρα
—
νημάτωμα
—
απότριμμα
—
στανικός
—
αυθυπότακτος
—
ανιχνευτός
—
αμιαντωρυχείο
—
μπιζουτιέρα
—
προφορικός
—
εφταμηνίτικος
—
αντιστράτηγος
—
απειργασμένος
—
εποικοδομή
—
πταίω
—
πελούζα
—
γρύφονας
—
ψόφος
—
γύρος
—
επιβλέπω
—
ανευλάβειο
—
καλοθωρώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,