Новогреческий словарь
στυλογράφος
στυλογράφ|ος
ο
авторучка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
авторучка
? —
στυλογράφος
как с
(ново)греческого
переводится слово
στυλογράφος
? — авторучка
#
(ново)греческий словарь
—
αυτοϋποβάλλομαι
—
χορτάζω
—
ακαμίνιαστος
—
δοκαρι
—
μαύρισμα
—
ασφάλιστος
—
ροδίζω
—
μουσκέτο
—
μαλακτικός
—
αυτοαιμοθεραπεία
—
φορμόλη
—
πιανίστας
—
υποφέρνω
—
ψαρότρατα
—
πανώλη
—
ασυντέλεστος
—
φουμάω
—
κρένω
—
αναστρεπτήρας
—
πολέμιος
—
επιφυάδα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,