Новогреческий словарь
ξεμυγιάζω
ξεμυγιάζω
отгонять (__от кого-л.__) мух
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
отгонять мух
? —
ξεμυγιάζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
ξεμυγιάζω
? — отгонять мух
#
(ново)греческий словарь
—
ακράσωτος
—
προασπίζω
—
αστεί|ο
—
δόχτορας
—
αμφίκαμπτος
—
αυτοπρόσωπος
—
φιλικότητα
—
σαμπό
—
φαρδύνω
—
ανολκέας
—
ζωντοχήρος
—
φορά
—
μελλοντολόγος
—
δικτυουλκός
—
αισθητά
—
αμεταρρύθμιστος
—
κρίθινος
—
εξαιρετικά
—
πόνημα
—
ανάβαλτος
—
τριχοειδής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,