Новогреческий словарь
δυσκολοπούλητος
δυσκολοπούλητ|ος
неходкий, продаваемый с трудом
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
неходкий
? —
δυσκολοπούλητος
как на
(ново)греческом
будет слово
продаваемый с трудом
? —
δυσκολοπούλητος
как с
(ново)греческого
переводится слово
δυσκολοπούλητος
? — неходкий, продаваемый с трудом
#
(ново)греческий словарь
—
γόμφωμα
—
μαυρομάλλης
—
ακροβάτης
—
βελούδινος
—
εμπορευματοκιβώτιο
—
σαρμαδάκι
—
ουραιμικός
—
κρυσταλλοτεχνία
—
χαρτοθέτης
—
μωρουδίσματα
—
μικροβιομήχανος
—
ενεστώτας
—
ντεμοντέ
—
αεροηλιοθεραπεία
—
ερυθροπώγων
—
ξιπασμένος
—
ελαστικό
—
επικοινωνιολόγος
—
λυκιδεύς
—
μπερεκέτι
—
βατσέλλο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,