Новогреческий словарь
ανάκουφος
ανάκουφ|ος
неплотно уложенный
(о камнях, дровах)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
неплотно уложенный
? —
ανάκουφος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανάκουφος
? — неплотно уложенный
#
(ново)греческий словарь
—
ζοφός
—
διχαλωτά
—
ευμορφία
—
ευδιαλυτότης
—
ισχυρογνωμοσύνη
—
γεροντοκόρη
—
πελαγωμένος
—
υπερβολικότητα
—
εκφωνημένος
—
αραίωμα
—
αναπαράγομαι
—
καστέλλι
—
κάταρξη
—
αποσπερίδα
—
ιδιαζόντως
—
ραδιοναυτιλιακός
—
χάσμη
—
κατακλινόμενος
—
τσιμπλιάζω
—
συμπεραίνω
—
κοκάλιασμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,