Новогреческий словарь
θησαυριστής
θησαυριστ|ής
ο 1)
стяжатель
;
2)
собиратель
(слов, пословиц)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
стяжатель
? —
θησαυριστής
как на
(ново)греческом
будет слово
собиратель
? —
θησαυριστής
как с
(ново)греческого
переводится слово
θησαυριστής
? — стяжатель, собиратель
#
(ново)греческий словарь
—
καλλιεργήτρια
—
χώριση
—
σταυροπηγιακός
—
διαχωρισμός
—
αποθαλασσία
—
αντιφλογιστικός
—
ευκολοθύμητος
—
λεξικό
—
κλιματίζομαι
—
εξοργισμένος
—
πλέμπα
—
θεϊκός
—
μωρολογία
—
ανελαστικότητα
—
βληταγωγός
—
καραϊσκάκης
—
ονειρευτής
—
συμπυκνωτήρας
—
διαγρυπνώ
—
ρεφορμιστικός
—
αιματένιος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,